-Η πολιτική Ανοσμία και η εγκληματική Δυσοσμία του Ταξικού-Τοξικού Νέφους: Η ταξική και τοξική Όσφρηση του Δήμου Κερατσινίου–Δραπετσώνας
Υπάρχουν πόλεις που τις αναγνωρίζεις από την αρχιτεκτονική, το φως ή τον ορίζοντά τους. Το Κερατσίνι και κυρίως η Δραπετσώνα αναγκάζονται συχνά να αναγνωρίζουν τον τόπο τους από τη μυρωδιά του.
-Όπως έγινε πάλι εχτές και κανένας από τους ανευθυνο-υπεύθυνους δεν έκανε, ούτε είπε, απολύτως τίποτα….
Οταν το Βενζόλιο μπήκε από τις χαραμάδες στα δωμάτια των σπιτιών και στους τόπους εργασίας. Από εκείνη την αιφνίδια, βαριά οσμή που εισβάλλει στα σπίτια, κλείνει τα παράθυρα, περιορίζει τα παιδιά στις σχολικές αίθουσες και μετατρέπει την αναπνοή από αυτονόητη λειτουργία σε πράξη επιφυλακής.-
-Ένας δήμος που η 12 χρονη διοίκηση του, αρνείται πεισματικά και πολύ πέρα από την απλή πολιτική ευθύνη, να πάρει οποιοδήποτε μέτρο διαφύλαξης και προστασίας της υγείας των δημοτών.
-Στο Κερατσίνι-Δραπετσωνα, «Δεν Μυρίζει μόνο..Σκοτώνει» –
Καθώς και ο δήμος δεν έχει:
-θεσπίσει πρωτόκολλα προστασία Seveso (που είναι υποχρεωτικά
-εγκαταστήσει ηλεκτρονικούς πίνακες με ενδείξεις για τα τοξικά αέρια,
-προχωρήσει την επιδημιολογική μελέτη
-προγράμματα ενημέρωσης και εκπαίδευσης δημοτών
-ενημερωτική και οργανωτική καμπάνια
-συστηματική νομική παρέμβαση.
-υποδείξει μέτρα και και τεχνολογίες που οι βιομηχανίες θα πρέπει να εγκαταστήσουν μέχρι ν απομακρυνθούν.
-Η δυσοσμία, όμως, δεν είναι απλώς ένα περιβαλλοντικό περιστατικό. Είναι κοινωνικό και πολιτικό γεγονός. Αποκαλύπτει ποιοι έχουν τη δύναμη να παράγουν οχλήσεις και ποιοι υποχρεώνονται να τις εισπνέουν. Ποιοι απολαμβάνουν το οικονομικό όφελος μιας δραστηριότητας και ποιοι επωμίζονται το περιβαλλοντικό, υγειονομικό, ψυχολογικό και οικονομικό της κόστος. Η όσφρηση γίνεται έτσι ταξική: άλλοι μυρίζουν τα κέρδη και άλλοι τα απόβλητα.
Σε εύπορες περιοχές η περιβαλλοντική ποιότητα θεωρείται στοιχείο της αξίας της ζωής και της περιουσίας. Στις εργατικές συνοικίες του Πειραιά παρουσιάζεται συχνά ως πολυτέλεια που μπορεί να περιμένει. Η βιομηχανική δραστηριότητα, οι εγκαταστάσεις πετρελαιοειδών, οι οδικοί άξονες, το λιμάνι και οι υποδομές υψηλής όχλησης συγκεντρώθηκαν ιστορικά εκεί όπου κατοικούσαν άνθρωποι με μικρότερη οικονομική και πολιτική ισχύ. Η πόλη οργανώθηκε έτσι ώστε ορισμένοι να απολαμβάνουν τα οφέλη της ανάπτυξης και άλλοι να αναπνέουν τις παρενέργειές της.
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της περιβαλλοντικής αδικίας: η άνιση γεωγραφική κατανομή του κινδύνου. Η Δραπετσώνα δεν επιβαρύνεται επειδή η ατμόσφαιρά της είναι φυσικά καταδικασμένη. Επιβαρύνεται επειδή διαδοχικές πολιτικές αποφάσεις επέτρεψαν τη συνύπαρξη κατοικιών, σχολείων και πυκνού οικιστικού ιστού με δραστηριότητες επεξεργασίας, αποθήκευσης και διακίνησης πετρελαιοειδών και αποβλήτων.
Η εγκατάσταση της Oil One, που αδειοδοτήθηκε μέσα σε αυτή τη ζώνη, έγινε το επίκεντρο μιας σύγκρουσης η οποία διαρκεί σχεδόν όσο και η σημερινή δημοτική διοίκηση. Οι μετρήσεις του «Δημόκριτου», του Εθνικού Αστεροσκοπείου και η αξιολόγηση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου συνέδεσαν τα επεισόδια δυσοσμίας με οσμηρές θειούχες πτητικές ενώσεις και υπέδειξαν ως πιθανές πηγές την επεξεργασία θαλάσσιου έρματος στις εγκαταστάσεις της Oil One και άλλες βιομηχανικές δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής. Καταγράφηκαν επίσης περίοδοι υψηλών συγκεντρώσεων βενζολίου, στοιχείο που επέβαλε αυξημένη επιστημονική και διοικητική επαγρύπνηση.
Υπάρχουν, παράλληλα, εκθέσεις ερευνητικών φορέων που ανατέθηκαν από την ίδια την εταιρεία και κατέληξαν ότι η συμβολή της εγκατάστασης στο συνολικό πεδίο ατμοσφαιρικής ρύπανσης δεν ήταν αναγνωρίσιμη. Αυτή η διαφορά συμπερασμάτων δεν δικαιολογεί ούτε εύκολες βεβαιότητες ούτε διοικητική ακινησία. Αποδεικνύει την ανάγκη για ένα μόνιμο, δημόσιο και απολύτως ανεξάρτητο σύστημα μετρήσεων, με ανοικτά δεδομένα, κοινή επιστημονική μεθοδολογία και δυνατότητα συσχέτισης των ρύπων με τον άνεμο, την ώρα, τη λειτουργία των εγκαταστάσεων και τις καταγγελίες των κατοίκων.
Η ανθρώπινη μύτη δεν αποτελεί εργαστήριο χημικής ανάλυσης. Η ύπαρξη οσμής δεν αποδεικνύει από μόνη της συγκεκριμένη τοξική συγκέντρωση, όπως και η απουσία οσμής δεν αποδεικνύει καθαρή και ασφαλή ατμόσφαιρα. Ορισμένες ουσίες γίνονται αντιληπτές σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις, ενώ άλλες επικίνδυνες ενώσεις μπορεί να είναι άοσμες. Γι’ αυτό χρειάζεται επιστήμη. Όχι, όμως, ως μηχανισμός αμφισβήτησης της καθημερινής εμπειρίας των κατοίκων, αλλά ως εργαλείο αποκάλυψης της πραγματικότητας και προστασίας της δημόσιας υγείας.
Εδώ εμφανίζεται η δεύτερη πλευρά του προβλήματος: απέναντι στη δυσοσμία των εγκαταστάσεων αναπτύσσεται η θεσμική ανοσμία της διοίκησης.
Πρόκειται για μια επιλεκτική απώλεια πολιτικής όσφρησης. Η διοίκηση ακούει τις καταγγελίες, οργανώνει κατά περιόδους κινητοποιήσεις, εκδίδει ανακοινώσεις και καταγγέλλει τα υπουργεία, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει τη διαμαρτυρία σε διαρκή, δεσμευτική στρατηγική απομάκρυνσης των ασύμβατων χρήσεων.
Ετσι η διοίκηση Βρεττάκου «φαίνεται» ότι δεν παρέμεινε εντελώς αδρανής, καθώς με διαφορεσ αποσπασματικές ενέργειες της ήθελε να δείξει ένα «αγωνιστικό» προφίλ που ομως στερείται , οργανωτικής συνέχειας, συνέπειας και αποτελεσματικότητας.;
-Το Τοξικό – Ταξικό Ναφος παραμένει, μετά από 12 χρόνια, πάνω από το δήμο.-
Αυτές οι ενέργειες που έκανε οι διοίκηση είναι πλέον ξεκάθαρο, ότι δεν αρκούν για να συγκαλύψουν το κεντρικό αποτέλεσμα: έπειτα από σχεδόν δώδεκα χρόνια διοίκησης, οι εγκαταστάσεις παραμένουν, η οριστική πολεοδομική μεταβολή δεν έχει ολοκληρωθεί και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα μετεγκατάστασης δεν έχει εξασφαλιστεί.
Η αναρμοδιότητα του Δήμου να ανακαλέσει μόνος του μια κρατική άδεια είναι πραγματική. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε μόνιμο πολιτικό άλλοθι. Ο Δήμος δεν έχει την τελική υπογραφή, διαθέτει όμως θεσμικά, νομικά, πολεοδομικά και πολιτικά μέσα πίεσης που οφείλει να χρησιμοποιεί συστηματικά και όχι επεισοδιακά.
Το περιστατικό της 5ης Μαρτίου 2026, όταν καταγγέλθηκε διαρροή ελαίου και αναθυμιάσεις που έφτασαν μέχρι σχολεία, ανέδειξε ξανά την ουσία του προβλήματος. Το πρακτικό μέτρο ήταν για ακόμη μία φορά το κλείσιμο θυρών και παραθύρων και, έπειτα από την αντίδραση της Ένωσης Γονέων, το κλείσιμο των σχολείων την επόμενη ημέρα. Η εικόνα είναι αποκαλυπτική: η βιομηχανική εγκατάσταση συνεχίζει να λειτουργεί και η πόλη καλείται να προσαρμόζει τη ζωή της γύρω από αυτήν.
Αυτή η προσαρμογή αποτελεί μορφή κοινωνικής πειθάρχησης. Οι κάτοικοι μαθαίνουν να ελέγχουν τον αέρα πριν ανοίξουν το μπαλκόνι. Οι εκπαιδευτικοί αποφασίζουν αν τα παιδιά μπορούν να βγουν στο προαύλιο. Οι γονείς ζουν με την αβεβαιότητα για το τι ακριβώς εισπνέει η οικογένειά τους. Οι μικροεπαγγελματίες λειτουργούν σε μια περιοχή που στιγματίζεται ως υποβαθμισμένη. Η αξία της κατοικίας πιέζεται, η καθημερινότητα περιορίζεται και το αίσθημα ασφάλειας διαβρώνεται. Το οικονομικό κόστος της δραστηριότητας κοινωνικοποιείται και μεταφέρεται στους ανθρώπους που ζουν γύρω της.
Η τοξικότητα, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο σε μια χημική ουσία. Βρίσκεται και στην κανονικοποίηση της οσμής, στην εξοικείωση με τον φόβο, στην επανάληψη της φράσης «οι μετρήσεις δεν έδειξαν υπέρβαση», σαν να σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ποιότητας ζωής. Βρίσκεται στη μετατροπή μιας εργατικής πόλης σε χώρο όπου επιτρέπεται εκείνο που δύσκολα θα γινόταν ανεκτό σε μια ισχυρότερη και ακριβότερη περιοχή της Αττικής.
Ο Δήμος χρειάζεται πλέον να περάσει από τη διοίκηση της καταγγελίας στη διοίκηση του αποτελέσματος.
Να δημιουργήσει μόνιμο ανεξάρτητο παρατηρητήριο ατμοσφαιρικής ποιότητας, με σταθμούς στον οικιστικό ιστό και στα σχολεία, ζωντανή δημοσιοποίηση των δεδομένων και ηλεκτρονικό ημερολόγιο οσμών. Να εκπονήσει επιδημιολογική μελέτη για τον πληθυσμό, με επιστημονική ανεξαρτησία και προστασία των προσωπικών δεδομένων. Να διαμορφώσει σαφή πρωτόκολλα για σχολεία και ευάλωτες ομάδες σε κάθε επεισόδιο. Να συγκροτήσει μόνιμη νομική και τεχνική ομάδα που θα παρακολουθεί κάθε άδεια, τροποποίηση και περιβαλλοντικό όρο. Και, κυρίως, να διεκδικήσει -με συγκεκριμένες ημερομηνίες και σχέδιο- τη θεσμοθέτηση του (προβληματικού μεν, αναγκαίου πλέον) Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου, τη σταδιακή απομάκρυνση των ασύμβατων χρήσεων, την απορρύπανση και την απόδοση της γης στην πόλη.
Το δικαίωμα στην καθαρή αναπνοή δεν είναι πολυτέλεια ούτε σύνθημα φεστιβάλ. Είναι βασικό κοινωνικό δικαίωμα και κριτήριο δημοκρατίας. Μια δημοτική αρχή κρίνεται τελικά όχι από το πόσο δυνατά καταγγέλλει τη δυσοσμία, αλλά από το αν καταφέρνει να σπάσει την πολιτική ανοσμία που την αναπαράγει.
Γιατί η Δραπετσώνα δεν ζητά να μάθει να ζει με τη μυρωδιά. Ζητά να πάψει να αποτελεί τον τόπο όπου οι ισχυροί μεταφέρουν όσα οι ίδιοι δεν θέλουν να μυρίζουν.
Αρθρο του Κωνσταντίνου Κοσκινά, ενεργού πολίτη, Ομότιμου Καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο






