Αρχική Γνώμες Η προσφυγή του δήμου Περάματος στη Ευρωπαϊκή και Εθνική δικαιοσύνη, για τα...

Η προσφυγή του δήμου Περάματος στη Ευρωπαϊκή και Εθνική δικαιοσύνη, για τα καζάνια του θανάτου πέρα από τα το επικοινωνιακό, στη νομική και πολιτική στρατηγική…

13
Η υπόθεση των δεξαμενών πετρελαιοειδών στο Πέραμα δεν είναι μια απλή τοπική διαμάχη ανάμεσα σε έναν δήμο και ορισμένες βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Είναι μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης ανάμεσα στην οικονομική δραστηριότητα, τη δημόσια ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος, την ποιότητα ζωής και το δικαίωμα μιας πόλης να μη ζει διαρκώς υπό την απειλή ενός μεγάλου βιομηχανικού ατυχήματος. Τα λεγόμενα «καζάνια» δεν είναι απλώς μια οπτική ή πολεοδομική όχληση. Είναι εγκαταστάσεις αποθήκευσης και διακίνησης επικίνδυνων ουσιών, σε άμεση σχέση με τον αστικό ιστό, με την καθημερινότητα των κατοίκων και με την πολιτική προστασία μιας ολόκληρης περιοχής.
-Με βάση τα μέχρι σήμερα δημόσια στοιχεία, η νομική πρωτοβουλία του Δήμου Περάματος δεν φαίνεται να έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε ένα πλήρως δημοσιοποιημένο δικόγραφο ενώπιον συγκεκριμένου ελληνικού δικαστηρίου.
-Αντίθετα, εμφανίζεται ως ένα πλέγμα νομικών και θεσμικών ενεργειών: αφενός με αναφορά προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εφαρμογή της οδηγίας Seveso και την επικινδυνότητα των δεξαμενών εντός αστικού ιστού, αφετέρου με κινήσεις ενώπιον της ελληνικής Δικαιοσύνης, σε συνέχεια και της μηνυτήριας αναφοράς που είχε ήδη κατατεθεί μετά την πυρκαγιά του Ιανουαρίου 2026.
-Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: ο Δήμος ζητά την απομάκρυνση ή μετεγκατάσταση των δεξαμενών και την ουσιαστική εφαρμογή του ευρωπαϊκού και εθνικού πλαισίου πρόληψης μεγάλων βιομηχανικών ατυχημάτων.
Η επιλογή αυτή είναι κατανοητή και θεμιτή. Ένας δήμος που βλέπει μια επικίνδυνη δραστηριότητα να συνυπάρχει για δεκαετίες με κατοικίες, σχολεία, δρόμους, εργαζομένους και οικογένειες, δεν μπορεί να περιορίζεται σε διαμαρτυρίες ή ψηφίσματα. Οφείλει να αξιοποιήσει το δίκαιο. Οφείλει να θέσει το ζήτημα όχι μόνο ως περιβαλλοντική όχληση, αλλά ως ζήτημα δημόσιας ασφάλειας, υγείας, χωροταξίας και θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η πυρκαγιά του Ιανουαρίου λειτούργησε ως υπενθύμιση ότι ο κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός. Όταν μια φωτιά εκδηλώνεται σε χώρο συνδεδεμένο με δεξαμενές, σωληνώσεις, καύσιμα και εύφλεκτα υλικά, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι συνέβη εκείνη τη μέρα, αλλά τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν η κατάσταση εξελισσόταν δυσμενέστερα.
Το νομικό θεμέλιο της υπόθεσης βρίσκεται κυρίως στο πλαίσιο Seveso III, το οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την ΚΥΑ 172058/2016. Η φιλοσοφία της Seveso δεν είναι απλώς να υπάρχουν φάκελοι, πιστοποιητικά και σχέδια στα συρτάρια της Διοίκησης. Είναι να προλαμβάνονται μεγάλα ατυχήματα και, αν αυτά συμβούν, να περιορίζονται οι συνέπειές τους για τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Αυτό σημαίνει πραγματικές μελέτες ασφάλειας, ουσιαστικές επιθεωρήσεις, ενημέρωση του κοινού, σχέδια έκτακτης ανάγκης, αξιολόγηση κινδύνων και χωροταξικό σχεδιασμό που λαμβάνει υπόψη τις αποστάσεις ασφαλείας από κατοικίες, δημόσιους χώρους, οδούς διαφυγής και ευαίσθητες χρήσεις.
-Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ισχυρότερο επιχείρημα του Περάματος. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν μια εταιρεία διαθέτει τυπικά τις προβλεπόμενες άδειες ή αν έχει υποβάλει μελέτη ασφάλειας:
-Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν αυτές οι άδειες, οι μελέτες και τα σχέδια ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση της πόλης.-
Αν λαμβάνουν υπόψη την εγγύτητα των δεξαμενών με τον αστικό ιστό. Αν αξιολογούν επαρκώς το χειρότερο δυνατό σενάριο. Αν συνεκτιμούν φαινόμενα αλυσιδωτής μετάδοσης, τα λεγόμενα domino effects. Αν υπάρχουν πραγματικές και λειτουργικές οδοί διαφυγής. Αν οι κάτοικοι γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση ατυχήματος. Αν το εξωτερικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης είναι εφαρμόσιμο και όχι απλώς τυπικά εγκεκριμένο. Αν η πυρκαγιά του 2026 επέβαλε αναθεώρηση των υφιστάμενων δεδομένων ασφαλείας.
Η δημόσια πληροφορία ότι εγκατάσταση στο Πέραμα είναι καταγεγραμμένη ως εγκατάσταση Seveso ανώτερης βαθμίδας και ότι διαθέτει φάκελο, μελέτη ασφάλειας, εσωτερικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης και πιστοποιητικό πυροπροστασίας δεν αποδυναμώνει κατ’ ανάγκην τη θέση του Δήμου. Αντιθέτως, μετατοπίζει το πεδίο της αντιδικίας.
-Ο Δήμος δεν πρέπει να στηρίξει την υπόθεσή του στην απλή θέση ότι «δεν υπάρχουν χαρτιά». Πρέπει να τη στηρίξει στη θέση ότι τα υφιστάμενα έγγραφα, ακόμη και αν υπάρχουν, πρέπει να ελεγχθούν ως προς την ουσιαστική τους επάρκεια.-
Το κρίσιμο δεν είναι η τυπική συμμόρφωση, αλλά η πραγματική ασφάλεια.
Από αυτή την άποψη, η προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει πολιτική και θεσμική αξία. Μπορεί να διεθνοποιήσει το ζήτημα, να υποχρεώσει τις ελληνικές αρχές να απαντήσουν, να φέρει την υπόθεση στο πεδίο της εφαρμογής της Seveso και να δημιουργήσει πίεση για επιθεωρήσεις, επικαιροποίηση μελετών και αυστηρότερους όρους λειτουργίας.
-Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όμως, δεν είναι δικαστήριο στο οποίο ο Δήμος μπορεί να πετύχει άμεσα διαταγή μετεγκατάστασης. Ακόμη και αν η Επιτροπή θεωρήσει ότι η Ελλάδα δεν εφαρμόζει σωστά το ενωσιακό δίκαιο, η διαδικασία παράβασης είναι αργή, διακριτική και στραμμένη κατά του κράτους μέλους, όχι ευθεία διαδικασία απομάκρυνσης μιας συγκεκριμένης εγκατάστασης.
Το ίδιο ισχύει, σε διαφορετικό επίπεδο, και για την ποινική οδό. Η μηνυτήρια αναφορά είναι χρήσιμη, διότι μπορεί να οδηγήσει σε προκαταρκτική εξέταση, πραγματογνωμοσύνες, αναζήτηση ευθυνών και συλλογή κρίσιμων στοιχείων. Μπορεί να αποκαλύψει παραλείψεις, πλημμελείς ελέγχους, ανεπαρκή μέτρα πρόληψης ή παραβάσεις κανόνων ασφάλειας. Όμως η ποινική διαδικασία δεν είναι το καταλληλότερο εργαλείο για να λυθεί ένα σύνθετο χωροταξικό και διοικητικό πρόβλημα. Η ποινική Δικαιοσύνη απαντά κυρίως στο ερώτημα ποιος ευθύνεται για μια πράξη ή παράλειψη. Δεν είναι ο φυσικός χώρος για να σχεδιαστεί το μέλλον μιας βιομηχανικής ζώνης δίπλα σε μια κατοικημένη πόλη.
Γι’ αυτό η αποτελεσματική διεκδίκηση δικαιοσύνης δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια γενική καταγγελία ούτε σε μια συμβολική προσφυγή.
-Πρέπει να πάρει τη μορφή στοχευμένης διοικητικής στρατηγικής. –
Ο Δήμος οφείλει να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές —ΥΠΕΝ, Περιφέρεια, Πολιτική Προστασία, Πυροσβεστική και αδειοδοτούσα αρχή— έκτακτη επιθεώρηση Seveso. Να ζητήσει επικαιροποίηση της μελέτης ασφάλειας μετά το συμβάν της πυρκαγιάς. Να απαιτήσει έλεγχο της επάρκειας των σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Να ζητήσει αξιολόγηση των οδών διαφυγής και της δυνατότητας πραγματικής εκκένωσης της πόλης. Να απαιτήσει δημοσιοποίηση των μη εμπιστευτικών στοιχείων που αφορούν τον κίνδυνο για τον πληθυσμό. Και, κυρίως, να υποχρεώσει τη Διοίκηση να απαντήσει συγκεκριμένα και εγγράφως.
Αν οι αρμόδιες αρχές αρνηθούν, σιωπήσουν ή δώσουν ανεπαρκείς απαντήσεις, τότε το κέντρο βάρους πρέπει να μεταφερθεί στη διοικητική Δικαιοσύνη. Εκεί βρίσκεται ο πιο αποτελεσματικός δρόμος. Όχι με ένα γενικό αίτημα «να φύγουν τα καζάνια», αλλά με προσβολή συγκεκριμένων διοικητικών πράξεων και παραλείψεων: περιβαλλοντικών όρων, αδειών λειτουργίας, ανανεώσεων, εγκρίσεων μελετών ασφάλειας, σχεδίων έκτακτης ανάγκης, παραλείψεων επιθεώρησης ή αρνήσεων αναστολής λειτουργίας. Μια τέτοια διαδικασία μπορεί να συνοδευτεί από αίτηση αναστολής, αν αποδεικνύεται άμεσος κίνδυνος, και από τεχνική πραγματογνωμοσύνη που θα τεκμηριώνει γιατί τα υφιστάμενα μέτρα δεν επαρκούν.
-Η δύναμη αυτής της οδού είναι ότι μετατρέπει το αίτημα από πολιτικό σύνθημα σε δικαστικά ελέγξιμη υποχρέωση. Άλλο είναι να λέει ένας δήμος ότι μια εγκατάσταση είναι επικίνδυνη και άλλο να αποδεικνύει ότι μια συγκεκριμένη μελέτη δεν εξετάζει επαρκώς το χειρότερο σενάριο, ότι μια συγκεκριμένη άδεια δεν ενσωματώνει κρίσιμους όρους ασφάλειας, ότι μια συγκεκριμένη αρχή παρέλειψε να διατάξει επιθεώρηση μετά από σοβαρό συμβάν ή ότι ένα σχέδιο εκκένωσης είναι ανεφάρμοστο λόγω της πραγματικής κυκλοφοριακής και πολεοδομικής κατάστασης.
Η ίδια η λογική της Seveso δίνει στον Δήμο ένα σημαντικό νομικό εργαλείο: όταν τα μέτρα πρόληψης και μετριασμού κινδύνων μεγάλου ατυχήματος είναι σαφώς ανεπαρκή, η αρμόδια αρχή μπορεί να απαγορεύσει ή να περιορίσει τη λειτουργία εγκατάστασης, μονάδας, αποθήκης ή τμήματός της. Αυτή είναι πολύ πιο ισχυρή βάση από μια αφηρημένη απαίτηση μετεγκατάστασης. Η πλήρης απομάκρυνση των δεξαμενών είναι πολιτικά και κοινωνικά το κεντρικό αίτημα. Δικαστικά, όμως, ο πιο ρεαλιστικός δρόμος είναι συχνά κλιμακωτός: πρώτα επιθεώρηση, μετά διαπίστωση ανεπαρκών μέτρων, έπειτα αυστηροποίηση όρων ή αναστολή συγκεκριμένων λειτουργιών, και τελικά δημιουργία θεσμικού και πολιτικού εδάφους για μετεγκατάσταση.
Στο ίδιο πλαίσιο μπορεί να ενεργοποιηθεί και η διαδικασία περιβαλλοντικής ευθύνης. Αν υπάρχουν ενδείξεις πραγματικής ή επικείμενης περιβαλλοντικής ζημίας, το Π.Δ. 148/2009 για την περιβαλλοντική ευθύνη μπορεί να αξιοποιηθεί ως μηχανισμός πρόληψης και αποκατάστασης. Η αξία του δεν βρίσκεται μόνο στην αποκατάσταση μιας ήδη συντελεσμένης ζημίας, αλλά και στη δυνατότητα να ζητηθούν προληπτικά μέτρα όταν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής περιβαλλοντικής βλάβης. Σε μια περιοχή όπου η βιομηχανική επικινδυνότητα συνυπάρχει με κατοικία, θάλασσα, λιμενικές δραστηριότητες και κυκλοφοριακή πίεση, η περιβαλλοντική ευθύνη δεν είναι δευτερεύον εργαλείο. Είναι μέρος μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής.
-Αντίθετα, τα πολιτικά ασφαλιστικά μέτρα ή οι αγωγές ενώπιον πολιτικών δικαστηρίων έχουν πιο περιορισμένη χρησιμότητα. Μπορούν να συμβάλουν σε επιμέρους αιτήματα, όπως μετρήσεις, περιορισμό οχλήσεων, προστασία κατοίκων, αποζημιώσεις ή προσωρινά μέτρα για συγκεκριμένες βλάβες. Είναι, όμως, δυσκολότερο να αποτελέσουν τον κύριο δρόμο για την απομάκρυνση εγκαταστάσεων που λειτουργούν βάσει διοικητικών αδειών. Όταν ο πυρήνας του προβλήματος είναι η νομιμότητα και επάρκεια διοικητικών εγκρίσεων, το φυσικό πεδίο αντιπαράθεσης είναι η διοικητική Δικαιοσύνη.
-Η υπόθεση έχει, επομένως, διπλή διάσταση. Είναι ταυτόχρονα δικαστική και πολιτική:
-Δικαστική, επειδή απαιτεί ακριβείς προσφυγές, τεχνική τεκμηρίωση, δικονομική στόχευση και επιλογή του κατάλληλου δικαστηρίου. -Πολιτική, επειδή ακόμη και η καλύτερη δικαστική απόφαση δύσκολα θα λύσει από μόνη της το πρόβλημα της μετεγκατάστασης χωρίς κρατικό σχεδιασμό, χωροταξική απόφαση, χρηματοδότηση, χρονοδιάγραμμα και πίεση της κοινωνίας. Η Δικαιοσύνη μπορεί να ανοίξει τον δρόμο. Μπορεί να ακυρώσει, να αναστείλει, να υποχρεώσει σε επανεξέταση, να επιβάλει ουσιαστικό έλεγχο. Η τελική λύση, όμως, χρειάζεται και πολιτική βούληση.
-Αυτό σημαίνει ότι ο Δήμος Περάματος πρέπει να αποφύγει δύο παγίδες:
Η -πρώτη είναι η παγίδα της γενικότητας -να μείνει σε μια καταγγελία υψηλού συμβολισμού, αλλά χαμηλής δικονομικής αποτελεσματικότητας.
-Η δεύτερη είναι η παγίδα της αποκλειστικά ποινικής λογικής: να αναζητήσει ευθύνες για ένα συμβάν, χωρίς να χτυπήσει τον μηχανισμό που επιτρέπει τη συνέχιση της επικίνδυνης συνύπαρξης δεξαμενών και πόλης.
-Η σωστή στρατηγική πρέπει να είναι συγκεκριμένη, τεχνικά τεκμηριωμένη και πολυεπίπεδη.
Η πιθανότητα δικαστικής επιτυχίας εξαρτάται ακριβώς από αυτή τη στόχευση. Μια απλή αναφορά στην Κομισιόν και μια γενική επίκληση της Seveso μπορεί να φέρει πίεση, ελέγχους και πολιτικό αποτέλεσμα, αλλά δύσκολα θα οδηγήσει άμεσα σε παύση λειτουργίας ή μετεγκατάσταση. Μια ποινική αναφορά μπορεί να αναδείξει ευθύνες, αλλά δεν αρκεί για να επιβάλει χωροταξική λύση. Αντιθέτως, μια στοχευμένη διοικητική προσβολή συγκεκριμένων αδειών, παραλείψεων και ανεπαρκών μελετών, συνοδευόμενη από αίτηση αναστολής και ισχυρή πραγματογνωμοσύνη, έχει σαφώς μεγαλύτερες πιθανότητες να οδηγήσει σε ουσιαστικό αποτέλεσμα: ακύρωση, επανεξέταση, επιθεώρηση, αυστηρότερους όρους ή προσωρινή αναστολή επικίνδυνων λειτουργιών.
Η πιο ρεαλιστική νίκη για το Πέραμα δεν θα είναι πιθανότατα μια δικαστική απόφαση που θα διατάσσει μονομιάς την άμεση απομάκρυνση όλων των δεξαμενών. Θα είναι μια αλληλουχία θεσμικών βημάτων που θα καταστήσει τη σημερινή κατάσταση νομικά, τεχνικά και πολιτικά μη βιώσιμη. Έκτακτες επιθεωρήσεις. Διαπίστωση ανεπαρκών μέτρων. Επικαιροποίηση ή ακύρωση μελετών και αδειών. Αναστολή επιμέρους λειτουργιών. Υποχρέωση νέων σχεδίων ασφάλειας και εκκένωσης. Δημόσια ενημέρωση των κατοίκων. Και τελικά, πολιτική απόφαση μετεγκατάστασης.
Το Πέραμα έχει ανάγκη από δικαιοσύνη, αλλά όχι από δικαιοσύνη ως σύνθημα. Έχει ανάγκη από δικαιοσύνη ως στρατηγική. Η διαφορά είναι κρίσιμη. Το σύνθημα κινητοποιεί. Η στρατηγική κερδίζει. Και για να κερδηθεί μια τόσο δύσκολη υπόθεση, ο Δήμος πρέπει να δείξει ότι δεν διεκδικεί απλώς την απομάκρυνση μιας ενοχλητικής δραστηριότητας, αλλά την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων που υπάρχουν ακριβώς για να προστατεύουν τους πολίτες από μεγάλους βιομηχανικούς κινδύνους.
Η ουσία της υπόθεσης μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα ερώτημα: μπορεί μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτεία να θεωρεί αποδεκτή τη διατήρηση εγκαταστάσεων υψηλής επικινδυνότητας δίπλα σε μια κατοικημένη πόλη, όταν υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για την επάρκεια των σχεδίων ασφάλειας, των οδών διαφυγής, των επιθεωρήσεων και της ενημέρωσης του πληθυσμού; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε το Πέραμα δεν ζητά εξαίρεση. Ζητά εφαρμογή του δικαίου.
-Και αυτό είναι το ισχυρότερο πολιτικό και νομικό μήνυμα της υπόθεσης: η προστασία της ζωής, της υγείας και του περιβάλλοντος δεν μπορεί να εξαρτάται από την τύχη, ούτε από την καλή πρόθεση των εταιρειών, ούτε από τη συνήθεια δεκαετιών. Πρέπει να ελέγχεται, να τεκμηριώνεται, να επιβάλλεται και, όπου χρειάζεται, να ανατρέπεται δικαστικά. Για το Πέραμα, ο δρόμος της δικαιοσύνης είναι ανοιχτός. Το κρίσιμο είναι να επιλεγεί όχι ο πιο εντυπωσιακός, αλλά ο πιο αποτελεσματικός.
-Η διάσταση της Ευρωπαϊκής και Δικαιωματικής Δικαιοσύνης
Η υπόθεση των δεξαμενών πετρελαιοειδών στο Πέραμα δεν είναι ένα ακόμη τοπικό περιβαλλοντικό ζήτημα. Είναι μια υπόθεση που συμπυκνώνει την ένταση ανάμεσα στη βιομηχανική δραστηριότητα, την αστική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, την πολιτική προστασία και το δικαίωμα μιας πόλης να μη ζει μόνιμα υπό τη σκιά ενός μεγάλου βιομηχανικού ατυχήματος. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν «πρέπει να φύγουν τα καζάνια». Είναι αν το κράτος, η Περιφέρεια, οι αδειοδοτούσες αρχές και οι εταιρείες έχουν εξαντλήσει όλα τα μέτρα που απαιτεί το δίκαιο για την πρόληψη μεγάλου ατυχήματος, τη μείωση της ρύπανσης και την προστασία των κατοίκων.
-Η Νομική κίνηση του Δήμου Περάματος, όπως έχει δημοσιοποιηθεί, κινείται σε δύο βασικούς άξονες: αφενός στην ελληνική έννομη τάξη, αφετέρου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ειδικά ως προς την εφαρμογή του πλαισίου Seveso. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, ο Δήμος προαναγγέλλει αναφορά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επικινδυνότητα των δεξαμενών εντός αστικού ιστού και αίτημα ευρωπαϊκής αυτοψίας. Είχε προηγηθεί, μετά την πυρκαγιά του Ιανουαρίου 2026, μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με τον Δήμο να επικαλείται σοβαρό κίνδυνο ζωής και περιουσίας και να υποστηρίζει ότι, αν η φωτιά μεταδιδόταν στις δεξαμενές, η καταστροφή για το Πέραμα και όμορους δήμους θα μπορούσε να είναι ανυπολόγιστη.
-Η επιλογή αυτή είναι πολιτικά αναγκαία. Ο Δήμος δεν μπορεί να μένει θεατής μπροστά σε μια εγκατάσταση που, από τη φύση της, συνδέεται με εύφλεκτα και επικίνδυνα υλικά, με σενάρια πυρκαγιάς, διαρροής, έκρηξης και ρύπανσης. Η Περιφέρεια Αττικής έχει αναρτήσει δημόσιες πληροφορίες για εγκατάσταση της CORAL στο Πέραμα στο πλαίσιο της Seveso, ενώ έχει επίσης δημοσιοποιηθεί ειδικό ΣΑΤΑΜΕ για την ίδια εγκατάσταση. Η ελληνική ΚΥΑ 172058/2016 ενσωματώνει την οδηγία Seveso III και αφορά ακριβώς την αντιμετώπιση κινδύνων από ατυχήματα μεγάλης έκτασης λόγω επικίνδυνων ουσιών.
-Το κρίσιμο, όμως, είναι αν η προσφυγή αυτή είναι η πιο αποτελεσματική δικαστική στρατηγική. Η απάντηση είναι πιο σύνθετη. Η αναφορά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρό εργαλείο πολιτικής και θεσμικής πίεσης. Μπορεί να προκαλέσει ερωτήματα προς τις ελληνικές αρχές, να αναδείξει πιθανή πλημμελή εφαρμογή της Seveso και, σε ακραία περίπτωση, να οδηγήσει σε διαδικασία παράβασης κατά της Ελλάδας. Η Επιτροπή μπορεί να κινήσει διαδικασία παράβασης όταν κράτος μέλος δεν εφαρμόζει σωστά το δίκαιο της ΕΕ και, αν η συμμόρφωση δεν επιτευχθεί, να παραπέμψει το κράτος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
-Ωστόσο, αυτή η οδός έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα: δεν είναι άμεση δικαστική προσφυγή του Δήμου στο ΔΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίζει διακριτικά αν θα προχωρήσει ή όχι. Η ίδια η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν ερευνά όλες τις καταγγελίες, ιδίως όταν πρόκειται για μεμονωμένες καταστάσεις που μπορούν να αντιμετωπιστούν από εθνικές αρχές ή εθνικά δικαστήρια, και ότι ο ρόλος της δεν είναι να επιλύει ατομικές υποθέσεις αποζημίωσης ή προσωπικής αποκατάστασης.
Επομένως, η αναφορά στην Κομισιόν είναι χρήσιμη, αλλά από μόνη της δεν είναι ο βέβαιος δρόμος για απομάκρυνση ή αναστολή λειτουργίας των δεξαμενών.
Εδώ βρίσκεται το κέντρο της υπόθεσης: η ισχυρότερη δικαστική στρατηγική δεν είναι μια γενική καταγγελία ότι «τα καζάνια είναι επικίνδυνα», αλλά η στοχευμένη προσβολή συγκεκριμένων διοικητικών πράξεων και παραλείψεων. Πρέπει να εντοπιστούν οι άδειες, οι ανανεώσεις, οι περιβαλλοντικοί όροι, οι αποφάσεις Seveso, οι εκθέσεις επιθεώρησης, τα σχέδια έκτακτης ανάγκης, οι μελέτες ασφάλειας και οι τυχόν παραλείψεις επικαιροποίησής τους μετά την πυρκαγιά. Η Seveso δεν είναι ένα γενικό σύνθημα. Περιέχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη, στον χωροταξικό σχεδιασμό, την πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων και την ανάγκη κατάλληλων αποστάσεων ασφαλείας από κατοικίες, χώρους δημόσιας χρήσης, περιοχές αναψυχής και μεγάλες οδούς μεταφοράς. Επιβάλλει επίσης σύστημα επιθεωρήσεων, ακόμη και μη τακτικών επιθεωρήσεων για σοβαρές καταγγελίες, σοβαρά ατυχήματα, παρ’ ολίγον ατυχήματα ή περιστατικά μη συμμόρφωσης.
Ακόμη πιο σημαντικό: το άρθρο 19 της οδηγίας Seveso III προβλέπει απαγόρευση χρήσης εγκατάστασης, μονάδας ή τμήματός της όταν τα μέτρα πρόληψης και μετριασμού μεγάλων ατυχημάτων είναι σοβαρά ανεπαρκή. Αυτή είναι η πιο «κοφτερή» νομική διάταξη για μια υπόθεση όπως το Πέραμα. Όχι επειδή οδηγεί αυτόματα σε μετεγκατάσταση, αλλά επειδή μπορεί να στηρίξει αίτημα έκτακτης επιθεώρησης, αίτημα μερικής ή ολικής αναστολής λειτουργίας, αίτημα αναθεώρησης μελέτης ασφάλειας και προσβολή της αδράνειας της Διοίκησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παράλληλη ευρωπαϊκή δικαστική στρατηγική πρέπει να διατυπωθεί σωστά. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή το ΔΕΕ, είναι όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δηλαδή το ΕΔΔΑ, δεν είναι όργανο της ΕΕ· ανήκει στο σύστημα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η διάκριση δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Το ΔΕΕ εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου της ΕΕ, ενώ το ΕΔΔΑ ελέγχει παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από κράτη.
Άρα, ορθότερα, δεν μιλάμε για «προσφυγή στα όργανα της ΕΕ: ΔΕΕ και ΕΔΔΑ». Μιλάμε για δύο παράλληλες ευρωπαϊκές τροχιές: την ενωσιακή τροχιά, μέσω Επιτροπής, εθνικών δικαστηρίων και πιθανής προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ· και τη δικαιωματική τροχιά, μέσω κατοίκων ή συλλογικοτήτων στο ΕΔΔΑ, μετά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων.
Η οδός προς το ΔΕΕ δεν είναι απλή απευθείας προσφυγή του Δήμου κατά της Ελλάδας. Οι άμεσες προσφυγές στο Δικαστήριο της ΕΕ ασκούνται κυρίως από θεσμικά όργανα της Ένωσης και κράτη μέλη, ενώ οι πολίτες και οι εταιρείες μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να προσφεύγουν κυρίως στο Γενικό Δικαστήριο κατά πράξεων οργάνων της ΕΕ, όχι κατά εθνικών πράξεων.
-Ο πρακτικός δρόμος για το Πέραμα είναι άλλος: ο Δήμος να ανοίξει ισχυρή διοικητική δίκη στην Ελλάδα και να ζητήσει από το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ για την ερμηνεία της Seveso, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, της αρχής της προφύλαξης, του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της υποχρέωσης χωροταξικής πρόληψης μεγάλων ατυχημάτων.
-Στην προδικαστική παραπομπή, το εθνικό δικαστήριο σταματά τη διαδικασία και ρωτά το ΔΕΕ πώς πρέπει να ερμηνευθεί το ενωσιακό δίκαιο· έπειτα εφαρμόζει την απάντηση στην εθνική διαφορά.
-Αυτή η οδός είναι πιο ισχυρή από μια απλή αναφορά στην Κομισιόν, επειδή συνδυάζει τρία πλεονεκτήματα:
-κρατά την υπόθεση ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου που μπορεί να ακυρώσει ή να αναστείλει εθνικές πράξεις, -ανοίγει την πόρτα σε δεσμευτική ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου από το ΔΕΕ και
-πιέζει τη Διοίκηση να απαντήσει συγκεκριμένα, όχι γενικά.
-Το βασικό ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί είναι αν η διατήρηση δεξαμενών επικίνδυνων ουσιών εντός ή σε άμεση γειτνίαση με πυκνό αστικό ιστό, χωρίς επαρκή δεύτερη οδό διαφυγής, χωρίς επικαιροποιημένη εκτίμηση μετά από σοβαρό συμβάν και χωρίς αποδεδειγμένη επάρκεια εξωτερικού σχεδίου έκτακτης ανάγκης, συνάδει με τη Seveso III.-
Παράλληλα, υπάρχει και η οδός του ΕΔΔΑ. Αυτή, όμως, έχει δικές της προϋποθέσεις και δεν μπορεί να ασκηθεί με τον ίδιο τρόπο από τον Δήμο. Το άρθρο 34 της ΕΣΔΑ επιτρέπει προσφυγή από πρόσωπα, μη κυβερνητικές οργανώσεις ή ομάδες ατόμων που ισχυρίζονται ότι είναι θύματα παραβίασης. Αντιθέτως, το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι τοπικές και περιφερειακές αρχές, όπως οι δήμοι, δεν μπορούν κατά κανόνα να προσφεύγουν ως «θύματα» κατά του κράτους τους, επειδή ασκούν δημόσια εξουσία. Συνεπώς, στο Στρασβούργο δεν είναι ο Δήμος Περάματος ο καταλληλότερος άμεσος προσφεύγων. Οι καταλληλότεροι προσφεύγοντες θα ήταν κάτοικοι, οικογένειες, εργαζόμενοι, γονείς παιδιών, ευάλωτοι ασθενείς, ιδιοκτήτες κατοικιών κοντά στις δεξαμενές ή ενδεχομένως σωματεία/ενώσεις που πληρούν τα κριτήρια του ΕΔΔΑ.
-Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ θα μπορούσε να στηριχθεί κυρίως στα άρθρα 2, 8 και 13 της ΕΣΔΑ. Το άρθρο 2 αφορά το δικαίωμα στη ζωή, ιδίως όταν υπάρχει γνωστός, πραγματικός και σοβαρός κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές. Το άρθρο 8 αφορά το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της κατοικίας, το οποίο στη νομολογία του ΕΔΔΑ καλύπτει σοβαρές περιβαλλοντικές οχλήσεις και ρύπανση. Το άρθρο 13 αφορά το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, δηλαδή το αν οι κάτοικοι είχαν πραγματικό ένδικο μέσο για να ζητήσουν ουσιαστική προστασία.
-Η νομολογία του ΕΔΔΑ είναι σημαντική για τέτοιες υποθέσεις:
-Στην υπόθεση Guerra κατά Ιταλίας, η οποία συνδεόταν με κινδύνους από χημικό εργοστάσιο και με τη λογική της Seveso, το Δικαστήριο εξέτασε την υποχρέωση των αρχών να παρέχουν επαρκή πληροφόρηση στους κατοίκους για περιβαλλοντικούς κινδύνους. -Στην υπόθεση López Ostra κατά Ισπανίας, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι σοβαρή περιβαλλοντική ρύπανση μπορεί να επηρεάζει την ευημερία και την απόλαυση της κατοικίας και να εμπίπτει στο άρθρο 8.
-Στην υπόθεση Öneryıldız κατά Τουρκίας, που αφορούσε έκρηξη μεθανίου σε χώρο απορριμμάτων, το Δικαστήριο συνέδεσε την κρατική ευθύνη με γνωστούς κινδύνους για τη ζωή. -Στην υπόθεση Cordella κατά Ιταλίας, για τη ρύπανση από το χαλυβουργείο Ilva στον Τάραντα, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση των άρθρων 8 και 13 λόγω διαρκούς περιβαλλοντικής ρύπανσης και έλλειψης αποτελεσματικού ενδίκου μέσου.
Παρά ταύτα, το ΕΔΔΑ δεν είναι δικαστήριο άμεσης περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Δεν θα λειτουργήσει ως ελληνικό ΣτΕ ούτε θα εκδώσει τεχνική άδεια μετεγκατάστασης.
-Το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι άλλο:
μπορεί να αναγνωρίσει ότι η Ελλάδα παρέλειψε να προστατεύσει αποτελεσματικά τη ζωή, την υγεία, την κατοικία και την ιδιωτική ζωή των κατοίκων, ιδίως αν αποδειχθεί ότι οι αρχές γνώριζαν τον κίνδυνο, είχαν προειδοποιήσεις ή συμβάντα, αλλά δεν έλαβαν επαρκή προληπτικά μέτρα.
-Το μεγάλο του μειονέκτημα είναι ότι απαιτεί πρώτα εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων και κατάθεση εντός τεσσάρων μηνών από την τελική εσωτερική απόφαση.
Έτσι, η πιο ώριμη στρατηγική για το Πέραμα δεν θα ήταν να επιλεγεί μόνο ένας δρόμος, αλλά να στηθεί μια συνδυασμένη δικαστική αρχιτεκτονική:
-Πρώτα, διοικητικές αιτήσεις προς τις αρμόδιες αρχές για έκτακτη επιθεώρηση Seveso, επικαιροποίηση μελέτης ασφάλειας, έλεγχο domino effects, επανεξέταση σχεδίων εκκένωσης, δημοσιοποίηση μη εμπιστευτικών τεχνικών στοιχείων και αξιολόγηση της πυρκαγιάς ως σοβαρού συμβάντος ή παρ’ ολίγον μεγάλου ατυχήματος.
-Έπειτα, προσφυγή στα ελληνικά διοικητικά δικαστήρια κατά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων, με αίτημα αναστολής όπου υπάρχουν άμεσοι κίνδυνοι.
-Παράλληλα, αναφορά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με καλά τεκμηριωμένο φάκελο, όχι ως απλή πολιτική καταγγελία, αλλά ως τεχνική τεκμηρίωση συστημικής πλημμέλειας εφαρμογής της Seveso. Στο εσωτερικό διοικητικό δικαστήριο, αίτημα προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ. Και, εφόσον τα εσωτερικά ένδικα μέσα δεν δώσουν αποτελεσματική προστασία, προσφυγή κατοίκων στο ΕΔΔΑ.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο στρατηγικές είναι ουσιώδης:
-Μια αναφορά στην Κομισιόν και μια ποινική μήνυση παράγουν πίεση, δημοσιότητα, διερεύνηση και πιθανές ευθύνες. Δεν παράγουν όμως κατ’ ανάγκην άμεση διοικητική ανατροπή. -Αντίθετα, μια στοχευμένη διοικητική δίκη με αίτηση αναστολής, πραγματογνωμοσύνη, επίκληση Seveso και αίτημα προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση, επανεξέταση, προσωρινή αναστολή, νέους όρους ή υποχρεωτικές επιθεωρήσεις.
-Και μια καλά προετοιμασμένη προσφυγή κατοίκων στο ΕΔΔΑ μπορεί να μετατρέψει το ζήτημα από «τεχνική διαφορά αδειοδότησης» σε ζήτημα θεμελιωδών δικαιωμάτων.
———————-
-Υποθέσεις βαθμού επιτυχίας με βάση αντίστοιχων Ευρωπαϊκών περιπτώσεων.
Αν έπρεπε να αποτιμηθεί η πιθανότητα επιτυχίας, η απλή πολιτικονομική οδός —αναφορά στην Κομισιόν, ποινική αναφορά και γενική πίεση— έχει μέτριες πιθανότητες να πετύχει άμεσα σκληρό αποτέλεσμα, δηλαδή πλήρη μετεγκατάσταση ή ολική παύση λειτουργίας. Η πιθανότητα αυτή ειναι περίπου στο 25% έως 40%, με υψηλότερη πιθανότητα, γύρω στο 50% έως 65%, για ηπιότερα αποτελέσματα όπως έλεγχοι, επικαιροποιήσεις, αυστηρότεροι όροι και πολιτική πίεση.
-Αντίθετα, μια ολοκληρωμένη στρατηγική διοικητικής προσβολής, τεχνικής τεκμηρίωσης, αίτησης αναστολής και ευρωπαϊκής ενωσιακής διάστασης μέσω ΔΕΕ θα μπορούσε να ανεβάσει την πιθανότητα ουσιαστικής δικαστικής επιτυχίας στο 45% έως 65% για ακύρωση, επανεξέταση, υποχρεωτικές επιθεωρήσεις ή αυστηρότερους όρους.
-Για μερική προσωρινή αναστολή επικίνδυνων λειτουργιών, εφόσον υπάρξει ισχυρό τεχνικό πόρισμα, η πιθανότητα μπορεί να κινηθεί στο 35% έως 55%. Για πλήρη μετεγκατάσταση, ακόμη και με καλύτερη στρατηγική, η πιθανότητα παραμένει χαμηλότερη, ίσως 25% έως 40%, διότι απαιτεί συνήθως συνδυασμό δικαστικής πίεσης, διοικητικής απόφασης, χωροταξικού σχεδιασμού και πολιτικής βούλησης.
-Η οδός του ΕΔΔΑ, αν την ακολουθήσουν κάτοικοι και όχι ο Δήμος ως τέτοιος, θα είχε νόημα κυρίως ως προσφυγή για παραβίαση των άρθρων 8 και 13, και σε ισχυρότερες περιστάσεις του άρθρου 2. Με επαρκή επιστημονικά στοιχεία έκθεσης σε κίνδυνο, με αποδείξεις κρατικής γνώσης και αδράνειας, και αφού εξαντληθούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα, η πιθανότητα αναγνώρισης παραβίασης θα μπορούσε να εκτιμηθεί στο 40% έως 60%.
-Όμως η πιθανότητα το ΕΔΔΑ να επιβάλει ευθέως την απομάκρυνση των δεξαμενών είναι πολύ χαμηλότερη. Η αξία του βρίσκεται περισσότερο στη διεθνή καταδίκη, στην υποχρέωση συμμόρφωσης, στην πολιτική πίεση και στην αναγνώριση ότι η περιβαλλοντική ασφάλεια είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
-Το συμπέρασμα είναι καθαρό: η προσφυγή του Δήμου Περάματος είναι σωστή ως αφετηρία, αλλά δεν αρκεί ως πλήρης στρατηγική δικαιοσύνης. Η αποτελεσματική διεκδίκηση δεν πρέπει να περιοριστεί στην καταγγελία ότι τα καζάνια είναι επικίνδυνα. Πρέπει να μετατραπεί σε συγκεκριμένο δικαστικό σχέδιο: ποια άδεια είναι πλημμελής, ποια μελέτη δεν επικαιροποιήθηκε, ποιο σχέδιο εκκένωσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ποια αρχή παρέλειψε να επιθεωρήσει, ποια απόσταση ασφαλείας δεν τηρείται, ποια πληροφορία δεν δόθηκε στους κατοίκους και ποιο ένδικο μέσο δεν υπήρξε αποτελεσματικό.
-Η δικαιοσύνη για το Πέραμα δεν
θα κριθεί μόνο στο αν ο Δήμος «προσέφυγε». Θα κριθεί στο αν η προσφυγή θα γίνει πολυεπίπεδη, τεκμηριωμένη και δεσμευτική: ελληνική διοικητική δίκη για πράξεις και παραλείψεις, Επιτροπή και ΔΕΕ για την ορθή εφαρμογή της Seveso, και ΕΔΔΑ για την προστασία ζωής, υγείας, κατοικίας και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των κατοίκων. Αυτή είναι η δικαστική διαδρομή που μπορεί να μετατρέψει την τοπική αγωνία σε θεσμική υποχρέωση του κράτους.
Αρθρο – παρέμβαση του κυρίου Κωνσταντίνου Κοσκινά ενεργού πολίτη στον Δήμο Κερατσινίου Δραπετσώνας, Ομότιμου Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου